ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝO ΘΕΜΑ Α΄ -ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -2012
ΤΑ ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙΑ – Γεώργιος Παυλόπουλος
Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.
Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν
τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί
κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι
και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.
Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς
δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί.
Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη
και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια
γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.
Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν.
Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ
για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος.
Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν
από τότε που υπάρχει ο κόσμος
είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια
για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.
Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.
ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
1. Ποια γνωρίσματα της ποιητικής γραφής του Γιώργη Παυλόπουλο προκύπτουν από το συγκεκριμένο ποίημα;
Μονάδες 15
2. Ποια στοιχεία της αφήγησης διακρίνετε στο ποίημα και ποιο είναι το πρόσωπο που «αφηγείται»;
Μονάδες 20
3. α) «Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξέ ποτέ/ για όσους μπόρεσαν να δουν στο βάθος»: Πώς
ερμηνεύετε την «αντίφαση» που φαίνεται να υπάρχει στους στίχους αυτόύς;
Μονάδες 10
β) Μπορεί τελικά να βρεθεί, σύμφωνα με το ποίημα, το κλειδί για την πόρτα της Ποίησης; Αν
όχι, τότε τι εκπροσωπούν τα αντικλείδια;
Μονάδες 10
4. α) Ποιοι είναι, κατά την άποψή σας, οι πολλοί που προσπερνούνε και ποιοι οι μερικοί που το
μάτι τους κάτι αρπάζει (στ. 2-3);
Μονάδες 10
β) Αν «τα ποιήματα που γράφτηκαν/ από τότε που υπάρχει ο κόσμος» είναι «μια ορμαθιά
αντικλείδια/ για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης» τι είναι τότε η Ποίηση, κατά τη γνώμη
σας;
Μονάδες 15
5. ΠΑΡΑΛΛΗΛΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
Α΄. Δικταίος: Η Ποίηση
…………………………………………
Μα εσύ, Ποίηση,
που δε μπορείς να κλειστείς μέσα σε σχήματα,
μα εσύ, Ποίηση,
που δε μπορούμε να σ’ αγγίξουμε με το λόγο,
εσύ,
το στερνό ίχνος της παρουσίας του Θεού ανάμεσά μας,
σώσε την τελευταία ώρα τούτη του ανθρώπου,
την πιο στυγνή και την πιο απεγνωσμένη,
που ο Θάνατος,
που η Μοναξιά,
που η Σιωπή,
τον καρτερούν σε μια στιγμή μελλούμενη.
(απόσπασμα)
ΕΡΩΤΗΣΗ
Πώς συνδέονται οι παραπάνω στίχοι με το απόσπασμα;
(Μονάδες 20)
ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
1. Ο λόγος του ποιητή είναι απλός και φυσικός, σχεδόν πεζολογικός, με τη χρήση λεξιλογίου του καθημερινού προφορικού λόγου (βλ. τη λαϊκή φράση το μάτι τους αρπάζει κάτι) και με την παρατακτική σύνδεση: υπάρχουν ελάχιστες δευτερεύουσες προτάσεις, ενώ κυριαρχούν οι κύριες, οι περισσότερες από τις οποίες δε συνδέονται μεταξύ τους. Είναι αξιοπρόσεκτο ότι σε επτά στίχους (7-13) υπάρχουν επτά κύριες προτάσεις και αντίστοιχες περίοδοι, που χωρίζονται με τελείες και δε συνδέονται με καμία συνδετική λέξη ή φράση. Με αυτή την κυριαρχία των κύριων – και ασύνδετων – προτάσεων ο λόγος γίνεται επιπλέον κοφτός, κομματιασμένος.
– Ακόμα, το λόγο τον διακρίνει λιτότητα στα εκφραστικά μέσα, ενώ και στο λεξιλόγιο κυριαρχούν οι λέξεις που έχουν καίριο νόημα (κυριαρχούν τα ρήματα και τα ουσιαστικά, ενώ υπάρχουν μόνο 3 -4 λέξεις σε όλο το κείμενο που λειτουργούν ως επίθετα!)
- Στο ποίημα υπάρχουν και τα ακόλουθα στοιχεία τεχνικής:
→η αλληγορία (η Ποίηση είναι πόρτα, τα αντικλείδια είναι ποιήματα)•
→κάποια σκηνοθετική διάσταση (και δράση), με την ανοιχτή ή κλειστή πόρτα, με αυτούς που κοιτάζουν μέσα από αυτήν ή που προσπαθούν να την ανοίξουν, με το ψάξιμο του κλειδιού και την κατασκευή αντικλειδιών•
→ως προς τη στιχουργία: οι στίχοι είναι ελεύθεροι: ανισοσύλλαβοι, χωρίς μέτρο, χωρίς ομοιοκαταληξία, πεζολογικοί και αυτοί.
2. Το πρόσωπο που αφηγείται τον ποιητικό μύθο για την Ποίηση δεν είναι ο ποιητής, γιατί αυτός γνωρίζει μόνο τη δική του απόπειρα να παραβιάσει την πόρτα της Ποίησης και μπορεί να εκτιμήσει το αποτέλεσμα μόνο των δικών του προσπαθειών. Ο ποιητής θα μπορούσε να περιγράψει μόνο την προσωπική του εμπειρία στο χώρο της Ποίησης• και επειδή θα ήταν φορέας μιας μεμονωμένης εμπειρίας, ο λόγος του δε θα είχε κύρος καθολικό. Γι’ αυτό επιλέγεται ένας αφηγητής που δείχνει να γνωρίζει τα πάντα σχετικά με τις άπειρες προσπάθειες άπειρων ποιητών σ’ όλο τον κόσμο από τότε που υπάρχει ο κόσμος. Το γεγονός ότι ο αφηγητής έχει αυτή τη συνολική εποπτεία τόσο του χώρου όσο και του χρόνου, του δίνει το δικαίωμα να μιλάει σαν αντικειμενικός έξωθεν παρατηρητής και σαν «παντογνώστης αφηγητής», του οποίου ωστόσο η τριτοπρόσωπη αφήγηση γίνεται σε ένα σημείο πρωτοπρόσωπη, για να ενταχθεί και ο ίδιος στη χορεία των ποιητών. Ωστόσο υπάρχει και η άποψη ότι ο αφηγητής είναι το προσωπείο του ποιητή.
3. α. Η Ποίηση είναι απροσπέλαστη, ένα άπιαστο είδωλο, ένας μαγικός κόσμος, και η πόρτα της δε θα ανοίξει ποτέ (τα μυστικά της δε θα αποκαλυφτούν), γιατί αν ανοίξει, αυτός ο μαγικός κόσμος θα απομυθοποιηθεί, οι θησαυροί του θα λεηλατηθούν• γι’ αυτό η Ποίηση πρέπει να παραμείνει ο μαγικός κόσμος, ο απρόσιτος, το άπιαστο είδωλο, το όνειρο. Δε θα γίνει ποτέ κτήμα κανενός, γιατί, απλούστατα, ανήκει σε όλους: είναι μια πόρτα ανοιχτή. «Το ποίημα τελειώνει όπως άρχισε (κύκλος). Η Ποίηση είμαι μια πόρτα ανοιχτή• η πρόσκληση ανανεώνεται• η περιπέτεια δεν έχει τέλος• η πόρτα θα ξανακλείσει, αλλά θα παραμείνει ανοιχτή. Αντίφαση λογική, όχι όμως ποιητική, ούτε φιλοσοφική […].» Η αντίθεση λοιπόν (και το οξύμωρο) με την κλειστή πόρτα που παραμένει ανοιχτή, είναι φαινομενική.
β. Η πόρτα της Ποίηση μπορεί να ανοίξει μόνο με το κανονικό, με το ένα και μοναδικό –και άφαντο – κλειδί της. Όμως αυτό δεν έχει βρεθεί και η πόρτα δεν άνοιξε ποτέ. Γι’ αυτό όσοι μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος και θέλουν να μπουν στο χώρο της Ποίησης κατασκευάζουν αντικλείδια, με τα οποία προσπαθούν να ανοίξουν την πόρτα. Αυτά τα αντικλείδια είναι τα ποιήματα (απόπειρες για προσέγγιση στην ουσία της Ποίησης).
4. α) -Το παιχνίδι ανάμεσα στις συνώνυμες (αλλά όχι ταυτόσημες) λέξεις κοιτάζω(=στρέφω το βλέμμα μου κάπου αδιάφορα) και βλέπω (=αντιλαμβάνομαι κάτι συνειδητά μέσο της όρασης και σχηματίζω αντίστοιχε παραστάσεις) χωρίζει τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες: α) σε αυτούς πουστρέφουν το βλέμμα τους και ρίχνουν μια επιπόλαιη και αδιάφορη ματιά στο χώρο μέσα από την πόρτα, στο χώρο της Ποίησης, δεν αντιλαμβάνονται τίποτα και απομακρύνονται, και β) σε όσους διακρίνου και αντιλαμβάνονται κάτι, που προσελκύει το βλέμμα τους, θέλγονται από αυτό και τους δημιουργείται η επιθυμία να περάσουν από την ανοιχτή πόρτα και να κατακτήσουν το χώρο της Ποίησης. Οι πρώτοι είναι οι πολλοί, το πλήθος, ενώ στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν μερικοί ευαίσθητοι (είναι οι λίγοι εννοείται: και εκλεκτοί). Ο μύθος προσπερνάει την πρώτη κατηγορία και περιορίζεται στη δεύτερη: η επόμενη κίνηση αυτών των ανθρώπων είναι να επιχειρήσουν να μπουν στο μαγικό χώρο που τους έχει μαγνητίσει και τους προσέλκυσε, να τον ανιχνεύσουν ή να πάρουν αυτό που τους γοήτευσε.
– Οι πρώτες και εύκολες απόπειρες των λίγων να ανοίξουν την πόρτα της Ποίησης δε φέρνουν αποτέλεσμα και η ελπίδα αναζητείται όχι έξω από τον άνθρωπο αλλά μέσα σε αυτόν. Γι’ αυτό αρχίζει από αυτούς τους λίγους ένας εσωτερικός αγώνας, ένας αγώνας δημιουργικός, δύσκολος, που απαιτεί μόχθο και κατάθεση ψυχής, πολλές φορές κατάθεση μιας ολόκληρης ζωής, για να βρουν το κλειδί της πόρτας ή ένα μυστικό τρόπο να ανοίξουν την πόρτα. Αυτή μάλιστα η αναζήτηση παίρνει μερικές φορές δραματικές διαστάσεις, αφού ακόμη και τη ζωή τους κάποτε μάταια γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν. Το δράμα βρίσκεται κυρίως στη ματαιοπονία: μάταια χαλάνε τη ζωή τους.
β) Δηλαδή: η Ποίηση είναι απροσπέλαστη, ένα άπιαστο είδωλο, ένας μαγικός κόσμος, και η πόρτα της δε θα ανοίξει ποτέ (τα μυστικά της δε θα αποκαλυφτούν), γιατί αν ανοίξει, αυτός ο μαγικός κόσμος θα απομυθοποιηθεί, οι θησαυροί θα λεηλατηθούν• γι’ αυτό η Ποίηση πρέπει να παραμείνει ο μαγικός κόσμος, ο απρόσιτος, το άπιαστο είδωλο, το όνειρο. Δε θα γίνει ποτέ κτήμα κανενός, γιατί, απλούστατα, ανήκει σε όλους: είναι μια πόρτα ανοιχτή.
5. Ο Δικταίος, με φράση που απευθύνει στην ποίηση…δε μπορούμε να σ’ αγγίξουμε με το λόγο συμφωνεί με την άποψη του Παυλόπουλου ότι η ουσία της ποίησης είναι απροσπέλαστη. Ωστόσο, ενώ ο Παυλόπουλος βλέπει μόνο τη γοητεία της ποίησης, ο Δικταίος τη βλέπει σαν θεϊκή δύναμη θεραπευτική των ψυχικών προβλημάτων του ανθρώπου: είναι αυτή που του συμπαραστέκεται, ανακουφίζοντάς τον από τα εναγώγια υπαρξιακά αδιέξοδά του, που είναι ο θάνατος, η μοναξιά και η σιωπή. Για τον Παυλόπουλο λοιπόν η ποίηση είναι ένας χώρος μαγείας, ενώ για το Δικταίο έχει λειτουργικό χαρακτήρα.
